Active Member : Στον καιρό του αλλόκοτου φόβου (2001)

Άβαταρ μέλους
EnterG
Site Admin
Δημοσιεύσεις: 278
Εγγραφή: Τετ Μάιος 29, 2013 9:02 pm
Επικοινωνία:

Active Member : Στον καιρό του αλλόκοτου φόβου (2001)

Δημοσίευσηαπό EnterG » Κυρ Φεβ 22, 2015 1:13 pm

Εικόνα

Στον Καιρό Του Αλλόκοτου Φόβου 2 versions Warner Music Greece, Freestyle Productions 2001

Tracklist

Intro 3:54
Ψέμα Μου 4:51
Θα 'θελα Να 'μουν 5:27
Επιστρέφει Η Σιωπή 3:47
Πρεμιέρα 3:57
Θες Δε Θες 4:45
Μείνε Εκεί 4:11
Γητεμένο Παιδί 4:12
Καλά Κρασιά 5:46
Πρόταγμα 3:18
Η Πιο Μεγάλη Ανοησία 4:28
Στον Καιρό Του Αλλόκοτου Φόβου 4:21
Τραγούδα Και Γέλα 3:37
Πού Με Πας (T.P. Mix) 4:52
Βλακόστρωτο 3:34
Να Μείνει Κάτι 4:55

phpBB [video]


Intro 3:54
Μου 'παν πως στις ανθρώπινες καρδιές κρύβεται ένας φόβος
κι ότι έφτασε πρώτα σε μας σαν τη βροχή στα πιο ψηλά βουνά.
Περίμεναν στο πέρασμα το αιώνιο, μα δε φάνηκε ο χρόνος.
Τρομάξαν, δοξάσαν κι αγαπήσαν, μα τίποτα ξανά.
Ακούσαν για ένα λυτρωτή ρακένδυτο σακάτη
που έχει μαζί του ένα παλιό από οξιά ραβδί,
έχει αύρα θαλασσινή και στα μάτια του αλάτι.
Αν όντως, έτσι είναι, κάπου τον έχω ξαναδεί.

Τον έχω δει στην τελευταία τη γουλιά σε πάτο ποτηριού.
Έχω δει να τον κεντάνε με μανία σε φλέβα του χεριού.
Έχω ακούσει πως πηγαίνει κρυφά συνέχεια απ' τα σχολειά
'Εχω δει να του μιλάνε κάθε πρωί πριν πανε στη δουλειά.

Πως να το περιγράψω

Έχω ακούσει να τον κάνουνε τραγούδι, τον έχω δει και σε καμβά.
Κάπου τον είδα να δακρύζει και να γελάει κάπου στραβά.
Κάποιοι τον ξεδιψάσαν μ' αίμα - παράξενο κι αυτό.
Αν υπάρχει αυτός ο φόβος, είναι πράγμα αλλόκοτο.

Πως να το περιγράψω
Φτωχά κι όσα γράψω.
Πως να τ' αντικρίσω
αλλού θα γυρίσω.

Κοντά στο πέρασμα του αιώνιου κόμβου
μ' έπιασε τ' άρωμα του αλλόκοτου φόβου.
Πως να το περιγράψω
Μου αρκεί το ανάθεμα που σέρνει το βιος μου,
νεογέννητο πλάνεμα σκιά όλου του κόσμου.
Πως να σ' αντικρύσω


Ψέμα Μου 4:51
Εκεί που μου `δειξες, ψέμα μου, πήγα
κι είδα κήπους κρεμαστούς.
Είχε πολλά κουρασμένα δαιμόνια,
είχε κι αγγέλους σκαστούς.
Φυτεμένα είχε όνειρα λίγα,
κι αυτά με σάπιους καρπούς.
Είχε βουνά με μαύρα χιόνια
και φόντο πορφυρούς ουρανούς.

Ψέμα μου, στο όνομά σου
έχω σταυρώσει ότι λαχτάρησα να συναντήσω
πετάχτηκα από τον ύπνο μου,
όμως, πάλι μπροστά μου να σου
με τα όνειρα μου να κρατάνε το ίσο.

Όταν δειλά σε πρωταγκάλιασα σε είχανε φασκιωμένο,
φτιαγμένο απ `το υλικό που καίνε τα άστρα.
Σε τάισα απ’ το αίμα μου για να μη πάει χαμένο,
απ `την αρχή κιόλας το τράβηξες στα άκρα.

Πυροκαμμένο μαστόρι πάνω από σάρκινο μαγκάλι
δουλεύει την ψυχή μου απίκο κι ετοιμοπαράδοτη,
την περιμένουν κάπου αλλού με μια παρθένα αγκάλη
αδιάβατοι δρόμοι κι όρκοι απαράβατοι.

Με ένα ζευγάρι φτερά που μ έβγαλαν απ τα νερά μου,
έγινα δέντρο λυτρωμένο από το χώμα κι αλύγιστο.
Στα κατακέφαλα είχα κάτω τα ξερά μου,
είδα το άφαντο και μύρισα το αμύριστο.

Εκεί που μου δειξες πήγα και κουλουριάστηκα,
έφτιαξα σπίτι μου τα λόγια τα αφιλόξενα
μάγια που δέσαν εμένα με τετράστιχα
ξόρκια που τράβαγαν το κρύο, όταν αρρώσταινα

Είδα κι απόειδα από παιδιά που δεν αντρώθηκαν,
όταν γελάστηκα και σου κανα και σκόντο
Είδα και ζωα που από μόνα τους μαντρώθηκαν,
γιατί παράτησαν το ψέμα τους στο φόντο.

Εκεί που μου έδειξες ψέμα μου πήγα
κι είδα κήπους κρεμαστούς
Είχε πολλά κουρασμένα δαιμόνια,
είχε κι αγγέλους σκαστούς

Φυτεμένα είχε όνειρα λίγα
κι αυτά με σάπιους καρπούς.
Είχε βουνά με μαύρα χιόνια
και φόντο πορφυρούς ουρανούς.

Ψέμα μου, σάπιο σκαρί μου
βρήκες κι απάγκιασες σε άγρια στεριά.
Στο μισοναρκωμένο πάνω βρέθηκες κορμί μου,
τέλειο λάθος και μια βαθιά νυστεριά
που μου πήρε τη χαρά ενός περήφανου πόνου
και στης ζωής με πέρασε τα τρίσβαθα,
κρυφό ταξίδι σαν κατάρα προγόνου
σε μονοπάτια σκοτεινά και δύσβατα.

Ρίζα κακιά που με μπάζει στα εσώτερα
για να βρω ένα κομμάτι μου αλέκιαστο·
κάνω επίκληση μέχρι και στα ωριμότερα,
στο καλό, στο αιώνιο, στο αξέχαστο.

Ρωτάω συνέχεια αυτά που εδώ και καιρό βουβαθήκαν,
τι με πλάνεψε και τι με λιγόστεψε,
γιατί δε φώναξα για κείνα που από μπρος μου χαθήκαν,
αφού η ψυχή μου ποτέ δε κιότεψε.

Εκεί που μου δειξες ψέμα μου, βρέθηκα αθόρυβα
και είδα σημεία και τέρατα.
Ζεματισμένα είδα νιάτα για δόλωμα
να ψάχνουν λύτρωση μόνο στα απέριττα.

Να προσκυνάνε θεούς φαρμακωμένα,
να σκύβουν το κεφάλι σε μια γη γριά,
γιατί δεν ξεραν ότι φυλάς τα λατρεμένα,
σε μηδέν βαθμούς ζωής υπό σκιά.

Κι ήσουν σαν πρίγκιπας εκεί
κι από τη ζήλεια μου για λίγο σκύλιασα.
Επινες χρόνο από ασημένιο φλασκί
και στο πήρα από τα χέρια, δε δείλιασα.
Σε έπιασα απ’ το λαιμό και σου ψιθύρισα στ αυτιά

Να πας στο διάολο, εγώ θα παω όπου έχει φωτιά.


Θα 'θελα Να 'μουν 5:27
Θα `θελα να’ μουν μελάνι στην πένα του Καστοριάδη
και οργή πάνω στα μάτια του Πάμπλο,
γερασμένο σκυλί μπροστά απ’ την πύλη του Άδη,
να γελάω και να θέλω τα σωθικά μου να βγάλω.
Να σας τη σπάω συνεχώς σαν τον Ραφαηλίδη,
αν γονατίζετε για κάποιο θεό,
να `χα μια γλώσσα φαρμακωμένο λεπίδι,
αντί μια ψυχή ναυάγιο σε απέραντο βυθό.
Να `μουν Εβραίος το `40 στη Θεσσαλονίκη
ή ένα κύμα μεγάλο πάνω στα ξερονήσια,
να `στελνα πίσω τη ντροπή σ’ αυτούς που ανήκει
και μια συγγνώμη σ’ αυτούς που χαθήκαν περίσσια.
Θα `θελα σκλάβος να `μουν με μαστιγιές στην πλάτη,
να κουβαλάω μάρμαρα του Παρθενώνα,
πεισματάρης μαθητής του Σωκράτη,
και τυφλός χριστιανός κάπου στον πρώτο αιώνα.
Στίχοι Τούρκου ποιητή γραμμένοι σε λευκό κελί
και λίγο ελεύθερος στη χάση και στη φέξη,
να `μουν αλλόθρησκου στο κούτελο φιλί
και το γέλιο το πικρό στο Πέραμα του Ξέρξη.
Να `χα πάρει Ι 5 επί επταετίας,
να μην αντίκριζα μάτια προδομένα
κι από χέρι αριστερό άνευ αιτίας,
ψηφοδέλτιο άκυρο αλλαγής το `81.
Θα θελα να `μουν μελωδία άγνωστη του Χατζηδάκη
και το επόμενο βιβλίο του Κοροβέση,
απ’ τα ράσα αφορισμένος σαν τον Καζαντζάκη,
να παω μ’ αθάνατους αν περισσεύει θέση.
Του 2004 να λείπω το Σεπτέμβρη,
θα πάρει η μπάλα πολλούς στο πουθενά,
τα ποντίκια θα χορεύουνε στ’ αλεύρι,
γνωστή εικόνα εγώ θα πάρω τα βουνά.

Θα `θελα να `μουν όσα σκότωσες πριν από μένα,
δήθεν για μένα.
Θα `θελα να `μουν όσα σκότωσες πριν από μένα
και δεν είναι γραμμένα.
Θα `θελα να `μουν όσα σκότωσες πριν από μένα,
τα μυθοπαρμένα.
Θα `θελα να `μουν όσα σκότωσες πριν από μένα,
σειρά μου και μένα.

Θα `θελα να `μουν μετανάστης στο μεταγωγών,
μπάτσος αυτόχειρας που τέλειωσε ωραία.
Μια φωνή δυνατή που αναφέρεται απών,
έλληνας λοχαγός που δεν πήγε στην Κορέα.
Μια στιγμή από το όνειρο του Ρήγα
και ντοκουμέντο μυστικό από τη Βάρκιζα,
ένα τραγούδι καμπίσιο από κολίγα
και το δάφνινο στεφάνι θα στο χάριζα.
Θα `θελα να `μουν ψωμί και κουκούτσι από ελιά
δίπλα σε άδειο από νερό χρυσό κανάτι
που θα καθόταν στο λαιμό του βασιλιά
στο γάμο του λαού με το παλάτι.
να `μουν η πρωτη διαγραφη απο το ΠΑΚ,
χαμένη μπάλα του γκολφ ξεμωραμένου εθνάρχη,
να `μουνα σάτιρα σ’ ένα κοινό γεμάτο τρακ
και τραγουδιάρης που να μη σέρνεται όπου λάχει
Να `μουν η αντοχή του Ρένου του Αποστολίδη,
μια ιστορία αφηγημένη απ’ τον Κατράκη;
θα `θελα να `μουν σ’ αλάνα αυτοσχέδιο παιχνίδι
κι ισόβια κάθειρξη απλά για ένα γκαζάκι.
Του Κώστα Βάρναλη να ήμουν η "Καμπάνα"
και το πινέλο του Θεόφιλου στο αίμα,
Θα θελα να `μουν όσα δε σου `παν, μάνα,
μήπως και δε με γένναγες μέσα στο ψέμα.

Αφού είμαι άτυχος και δεν ξαναγεννιέμαι,
έφτιαξα μόνος μου κάτι να καυχιέμαι.


Επιστρέφει Η Σιωπή 3:47
Σκάσε κουφάλα ζωή και φαντάσου μια εικόνα,
με τα μάτια, λεει, κλειστά να σε περνάω από βελόνα
και μ αυτή να κεντάω κάργα στιγμές στο πετσί μου,
όσα έχω πάνω μου, είναι πατρίδα και γη μου
Μα την αφή μου και τον νου μου τον άχρονο,
μα τη φωνή μου και το αίμα μου το άφθονο,
εμένα πάντα από μακριά μόνο μου γνέφει,
δε με φοβίζει που η σιωπή με κραυγές επιστρέφει
αλαλιασμένη και ψευτονοικοκυρεμένη,
παστρικιά πουτάνα, καλοπληρωμένη,
καλά φτιαγμένη, λιγωμένη απ το αιώνιο πιόμα,
γι αυτό σου λεω μένω εδώ μπας κι ανταμώσω το γιόμα,
όμορφο τόσο που να θέλω να μου δώσω
όμορφο τέλος, μα δε γαμιέται, δε θα προδώσω
Θα με φωνάζω συνέχεια ψεύτη
μέχρι να 'ρθεις, δειλέ μου επισκέπτη
Και σαν κυλήσεις προς τα εδώ, φέρε μου λίγο αέρα
κι αν θέλεις, πες μου, έξω είναι νύχτα ή μέρα
Αν κάτσεις ώρα, φτιάξε μου λίγο το κέφι
μα κάνε γρήγορα, γιατί η σιωπή επιστρέφει

Επιστρέφει, είναι κοντά η σιωπή
Στις αυλές των θαυμάτων η ντροπή βγάζει το άχτι,
μασάει τη ρίζα η ψυχή μου να κοπεί,
θα σκεπαστώ με τη δικιά μου τη στάχτη
Επιστρέφει και καταπίνει φωτιές,
πίνει μεδούλι και μετράει τους σφυγμούς σου,
ξέρει καλά πως τρελάθηκες χθες,
είναι κοντά και ακούει τους λυγμούς σου

Δυο λόγια μόνα κι απλά θέλουν πια κόπο διπλό
κι έχουν για αντίβαρο τον χρόνο τον ανύποπτο,
απαλά σε σκουντάνε κι ένα οδηγό έχουν τυφλό
που σέρνει σκυλούς φιμωμένους χωρίς φίμωτρο
Στη σιγαλιά ξαναζεσταίνουν τα παλιά, μα ούτε γουλιά,
ξεσαλωμένα, θολωμένα, δε κερνάνε κανένα,
κοκορεύονται για φως αληθινό στην αντηλιά,
κουλουριασμένα ζητιανεύουν με χέρια κομμένα
Γλύφουν το δρόμο να γυαλίζει που η σιωπή ακολουθάει
κάτι μέρες μετράει σε καιρό που τη βοηθάει
Γι αυτό σου λεω μένω εδώ μπας και στα πάντα τη σπάσω,
κάτω απ των στίχων τη σκιά να ξαποστάσω
Κι όσο γυρεύεις το λόγο θα βρίσκεις φόβο,
κι αν μαγειρεύεις μια γέννα, ό, τι μας δένει, θα κόβω
Θα ζω μ αέρα, θα ταξιδεύω σα σφαίρα,
θα χτυπάω με το κενό και θα γιατρεύω μ αιθέρα
κι εσύ δε θ αντέχεις, μα θα τρέχεις στην ουσία
να βαφτίζεις το τυχαίο συνομωσία
κι εγώ θα βάζω το κεφάλι τη ρίζα να καταπιεί,
γιατί επιστρέφει κι είναι κοντά η σιωπή


Πρεμιέρα 3:57
Eσυ, ελληναρά αρχαιολάγνε κι εσύ παρακρατικέ ακρίτα,
εσύ τεχνοκράτη πρώην επαναστάτη βομβιστή,
δειλέ εξουσιαστή.
Εσύ, ορθόδοξε μαρξιστή, νεοεθνικοκομμουνιστή
Εσύ φοβισμένε, εσύ
που με ψήνεις τόσα χρόνια να περάσουμε βέρα,
κάτσε και λιώσε εδώ πέρα.
Εγώ θα παω να δω την πρεμιέρα
κι ας πεθάνω την επόμενη μέρα.

Χωρίς βεβαρημένο παρελθόν και φρόνημα εθνικόν
με το μέρος κι όχι το βάρος των νεκρών,
χωρίς σάπια ιδεολογία και κατάνυξη αγία,
χωρίς στεφάνι σ' ανδριάντα και παρέλαση σε αργία.
Κρατάω τα μάτια ανοιχτά κι αν αυτό σε τρομάζει,
πες μου για αυτό τον κόσμο που όπως λες δεν αλλάζει.
Κάντο μου σήριαλ, διαφήμιση και ειδήσεις,
με το μεγάλο αδερφό σ' ένα μπουρδέλο να με κλείσεις.
Να με ποτίσεις με ψέμα απ' του σχολειού την έδρα,
να με χτυπήσεις στη σκηνή πισώπλατα με πέτρα.
Φοβισμένε πάρε το σταυρό σου και τράβα,
σ' όσους φωνάζουν, τάξε κόλαση και λαβα.
Φοράω μαύρα, πενθώ τα παιδιά σου και σένα,
έφτιαξα τάφο αλλού απ' τη ντροπή, άσε με μένα.
Χρωστάω μόνο τη συγγνώμη μου σ' αυτούς που χαθήκαν
και σε ψυχές που πριν από λίγο γεννηθήκαν.
Καταλαγιάζω, μα πιο πολύ με τρομάζω,
με τη παράδοση σε βρώμικα νερά λιμνάζω.
Γι' αυτό φωνάζω, είναι σα θάνατος αργός
κι ο λαός είναι ηθικός αυτουργός.
Την ουρά σου μη τη βγάζεις κι εσύ απ' έξω,
μ' αυτό το δαίμονα έχω ζήσει καιρό πριν να διαλέξω
μια πανέμορφη τρέλα και ένα αύριο άλλο
με τα στοιχειά κι όλο το σύμπαν να τα βάλω.
Νερό να πιούμε από την ίδια την πηγή,
να ξαπλώσουμε, να συνεννοηθούμε με τη γη.
Ελεύθερα ν' αφήσουμε όλα τα ζώα
και να δακρύσουμε μπροστά σε μάτια αθώα,
κι αν ο αλήτης σου φαίνεται πως έγινε μελό,
βάλ' το όπως θες μες στο μυαλό σου το θόλο, είναι απλό.
Λέω να μη χάσω τη μόνη με ουσία μέρα,
από νωρίς θα παω να δω την πρεμιέρα.

Εγώ θα παω να δω την πρεμιέρα
κι εσύ κάτσε και λιώσε εδώ πέρα.
Εγώ θα παω να δω την πρεμιέρα
κι ας πεθάνω την επόμενη μέρα.


Θες Δε Θες 4:45
Τι κι αν θες τι κι αν δε θες το νερό μπήκε στ’ αυλάκι πια,
αφού σκάψαμε βαθιά κόντρα στην ανεπροκοπιά
κι έπιασε τόπο ο κόπος, το θράσος και το ρίσκο,
αφού στον όγδοο δίσκο πάλι κοντά μου σε βρίσκω.
Να προσπαθείς να κλέψεις κάτι όλος αυτιά
σα πεταλούδα τη νυχτιά που τη τραβά η φωτιά,
μπας και δώσει στο χαμό της λίγο χρώμα ευτυχίας
με κλωστές αποτυχίας και γνώση ιεραρχίας,
ύφανες πρώτα το κουκούλι σου πριν μεταμορφωθείς
από σκουλήκι της γης στο άκρον άωτον της μορφής.
Μα πάλι νύχτα θα χαθείς απ’ όσα ζήλεψες.
Κράτα τη μιζέρια που με φίλεψες.
Κι αν είσαι η κόρη που λένε η ασημοστολισμένη
με τα χωράφια τα ζωα και τα φλουριά προικισμένη,
σ’ έχει προλάβει η ζωή μ’ έχει ξεπαρθενέψει
κι ας είναι σκύλα γυναίκα που τη καρδιά μου έχει κλέψει.
Τώρα τι θες, τι μου λες.
Πήρες χαμπάρι το low bap κι αναμασάς απειλές,
μαζί με τάματα σ’ εφημερίδες και τηλεοράσεις,
δημόσιες σχέσεις που θες δε θες, θα τις ξεράσεις

Θες δε θες,
μπήκε στ αυλάκι το νερό και μουσκεύει το παρόν μας.
Θες δε θες,
κάθε εμπόδιο που βάζεις πάντα θα βγαίνει σε καλό μας.
Θες δε θες,
το χαμένο σου χρόνο θα τον κρατάμε όλο δικό μας.
Θες δε θες,
πατάει στα ποδιά του γερά πια τ’ όνειρό μας.

Για δες που θες δε θες, έτσι είν’ τα πράγματα.
Όλα όσα θες μισά, τ’ αλλά ψιλά γράμματα.
Ξάφνιασμα πρώτο του δρόμου το ριζικό,
μια αρχή καλή από αφιλτράριστο υλικό.
Βινύλιο ατόφιο μ’ εξώφυλλο στο χέρι φτιαγμένο,
μ’ ανθρώπους με κοινό σκοπό στα μάτια χαραγμένο.
Βάφτισμα πυρός ντόπιο μαγάρισμα,
ξεσκαρτάρισμα σε όλους χάρισμα.

Κι αν είσαι ο τύπος εκείνος που τον τρομάζει το έργο,
όταν ζυγώσεις, θα νιώσεις πως αν δε φύγεις, δε φεύγω.
Εσύ που οι νόμοι σου σκεπάζονται απ’ τη γνώμη σου
κι οι ώμοι οι γυρτοί σου δε βαστάνε τη συγγνώμη σου.
Κανείς επάγγελμα τίμιο βρωμικη επιθυμία
που δεν ξεθύμανε μικρή και γέρασε από ανία
χάρη στη ντρόγκα κι όλα τ’ αλλά που έχεις για οδοιπορικά,
σ’ αυτό το ηλίθιο ταξίδι πάνω σε λόγια γενικά,
και πάντα μεταφορικά για να μένουν στα χαρτιά.
Mα αυτό που βλέπεις στο καθρέφτη φαίνεται τόσο μακριά
κι όμως είναι κοντά, τόσο που ξύνει την ψυχή σου
και ξεσκίζει τη μεταξωτή αντοχή σου.

Γράψε ό,τι θες, σκάψε όπου θες, θάψε ό,τι θες, πάψε να θες
κι ό,τι λες να `σαι καλά για να το λες, κλείσε τα μάτια και δες.
Σκέψου ό,τι θες μονάχα αυτά που θες
κι ό,τι δε θες, μη το μετράς; να το σκορπάς κουράγιο βρες.
Να συνεχίσεις να θες να κλαις για όσα θες να φταις,
το φαρμάκι πιες ζήσε ξανά μανά το χθες,
για να ξεχάσεις σήμερα πάλι έξω βγες.
τρύπωσε κάπου και τη μιζέρια σου δες.


Μείνε Εκεί 4:11
Τι κανείς, ρε Όλα σε θέλουν κοντά τους
κι εσύ τρως απ’ το περίσσεμμά τους.
Κυνηγάς το σκοτάδι σε απάτητες στοές
και σε αδύναμες φωτιές τραβάς και καις στιγμές.
Πήρες ξοπίσω της σιωπής τη λιτανεία και πας,
δειλιάζεις να ζεις και ν’ αγαπάς.
Λιγοστεύεις τα πανέμορφα και τα μεγάλα,
κάνεις κουμάντο και διατάζεις με λάθος σινιάλα.
Στραβά αρμενίζεις σε στραβό γιαλό,
ρίχνεις άγκυρα εκεί, μα έχεις φουρτούνα στο μυαλό,
ακολουθάς αερικό κυνηγημένο, φοβισμένο,
ακούς τη μοίρα σου που σ’ έχει μοσχαναθρεμμένο,
αυτή που σε βυζαίνει ακόμα και σ’ αλλάζει τις πάνες
και σε κρατάει στις σφιχτές της δαγκάνες,
σε ντύνει ήλιο και σε βάζει σε καινούρια τροχιά,
σε χτενίζει και σε πλένει με φαρμάκι από οχιά,
σε λιγοστεύει μέσα σ’ όλα τα λίγα.
Πετάς παντού τ’ αγγίζεις όλα όπως κάνει μια μύγα,
μα το δικό σου φοβάται, δε στο δείχνει,
μόνο όσοι ξέρουν περπατάνε σε κρυμμένα ίχνη,
μα λιγοστεύουν κι αυτοί εκεί η ζωή δεν ανασαίνει,
αλλά γεννάει κι ό,τι γερνάει το πεθαίνει.
Γι’ αυτό όσα φεύγουν, μου λείπουν πιο λίγο
κι αν λιγόστεψα σειρά μου να φύγω.
Θα `θελα να `χα κουράγιο να δω αυτούς που γεννιούνται,
να κλάψω δίπλα σ’ αυτούς που ξεχνιούνται,
να πάω στα μέρη αυτά που δε πήγα.
εκτός κι αν μέσα μου είναι όλα πιο λίγα.

Λιγοστεύουν στη ζωή όλα
πουλάει τα πάντα για το αύριο το τώρα.
Λιγοστεύουν στο όνειρο όλα
και στη ψυχή μας το μπάλωμα φαίνεται.

Λιγοστεύουν στην αγάπη όλα,
γίναμε φυτά σαρκοβόρα,
λιγοστεύουν στο θάνατο όλα,
μείνε εκεί, αδερφέ μου αγέννητε.

Μείνε εκεί εδώ ζει το λιγόψυχο,
δε μυρίζει τώρα πια ούτε τ’ απόβροχο,
τα νιάτα ξεπουλάνε τη φρεσκάδα στοιβαγμένα,
γεννιούνται με κακό χρεωμένα.
Άκου με μένα, νιώθω ένα όμορφο ρίγος,
σ’ ένα άσχημο κουφάρι ζω και δείχνω λίγος.
Δεν είμαι το άτρωτο ούτε έξυπνος περνιέμαι,
μα έχω κάτι περίσσιο να καυχιέμαι.
Κι ας μοιάζει στάλα σε πελώρια γυάλα,
και πλατύσκαλο σ’ ατέλειωτη σκάλα,
απλά όλα τ’ άλλα χάσαν το νόημα την ομορφιά τους,
χαίρομαι χρόνε που δε μ’ έστησες κοντά τους.
Απλά η σκιά τους που και που με τυλίγει,
τίποτα μεγάλο δε με πνίγει.
Χρόνια τώρα ψυχή και γλώσσα ακονίζω
και το λίγο μονάχος μου τ’ ορίζω.


Γητεμένο Παιδί 4:12
Για σένα ανέβαινε η ζωή δύο δύο τα σκαλιά
σα να γεννήθηκες σ’ απόμακρη αετόφωλιά
από σπασμένο αυγό σε σύννεφα άχρωμα,
ξόρκια ουρανού για ενός φυγά το απομεγάλωμα,
για κρύα βράδια μίσος ακούρνιαχτο
και για του ήλιου το φως ψέμα ασπούδαχτο,
μέρα τη μέρα πιο απόκοσμο και παρακατιανό
από αμούστακο παιδί, πολεμιστής με το στανιό.
Κρυμμένο ατσάλι σε ματωμένο αποφόρι
και στο σκοτάδι μια ορθάνοιχτη από φόβο κόρη,
φτηνό ενέχυρο για μια ανάσα ελεύθερη,
αφού κοντά σου η αγάπη έφτασε δεύτερη,
γυμνή κι απένταρη με βλέμμα σαν γεράκι,
και κοντοστάθηκες λες κι ήσουν από τζάκι,
μα είσαι κηφήνας που δεν άγγιξε ποτέ του γύρη
και ξεχασμένος κεραυνός κρυμμένος μες στο λιοπύρι
που έχει σηκώσει ψηλά τη δικιά του παντιέρα,
χωρίς να ξέρει να διαβάζει τον αέρα
κι όσα πιο πέρα από το φως λαχταράει ένα παιδί
κι ας του λέγαν πως δε πρέπει να τα δει.

Καθώς κι εσύ που σκλήρυνες πολύ νωρίς κι είσαι έτοιμος τα πάντα ν’ αρνηθείς,
είσαι παιδί γητεμένο απ’ το νερό της βροχής και την κατάρα μιας αιώνιας φυγής
που καρτερεί με το κεφάλι συνέχεια ψηλά, μήπως μπορέσει και μέσα απ’ τη βροχή
κάτι να δει να `χει μαζί του, όταν βρεθεί, αγκαλιασμένο από τις φλόγες γητεμένο παιδί.

Άσε το πόνο από τα σπλάχνα σου παράμερα
κι αυτά που νιώθεις όλα ν’ ακουστούν ωμά κι ολάκερα.
Πήγαινε βρες ζεστή βροχή και φτιάξε αντίδοτο
για να γιατρέψεις το μυαλό το όπλο το ανίκητο.
Πιάσε το χώμα και τη γη τρίξε συθέμελα,
τα δίποδα τ’ ανέμελα και τα θεριά τα ακέφαλα
θα φοβηθούν, γι’ αυτό μην αργοσαλεύεις,
με το δικό σου ρυθμό να σφυράς και να χορεύεις.
Μη ζηλεύεις, κύλα πάνω στης ψυχής σου τις ράγες,
μη γυρεύεις τραγούδια από σειρήνες χρονοφάγες,
στιγμές βρωμικες κι άγιες να ζωσεις,
μα το μίσος αν κοιτάξεις, θα πετρώσεις.
Δε θα γλιτώσεις απ’ τ’ άσκοπο, το αλόγιστο,
ό, τι σου τρωει την καρδιά πιάστο και όρκιστο,
να παει στο διάολο, σε τόπο άλλο, πιο γνωστό,
με το παράδεισο και με τη κόλαση φτυστό,
σα τις τύψεις τ’ ονειρο τους και τη προσευχή τους
κατάλαβε το τι δουλειά έχεις μαζί τους
Είσαι παιδί με ρίζες στα σπλάχνα της γης,
γητεμένο απ’ το νερό της βροχής.


Καλά Κρασιά 5:46
Καλά κρασιά, μόνοι και καλοί μου γειτόνοι.
Το κακό ζυμώνεται, παλιώνει
στου μυαλού μας το ξέχειλο μικρό βαρέλι
ρίξαν μαγιά δαιμόνια κι αγγέλοι.
Eίχανε τρύγο και μαζεύαν με γέλια
σάπια τσαμπιά από της μνήμης τ’ αμπέλια
από γνωστή κόκκινη παλιά ποικιλία
που έχει στραγγίξει του μίσους η αιώνια αντλία.
Εδώ στα μέρη αυτά πολλών ήπιαμε λάθη,
από σκάρτα βαρέλια στυφό κατακάθι,
με το ζόρι βαρύ και γρήγορο μεθύσι
που έχουμε όλοι γλεντήσει και έχουμε όλοι πενθήσει.
Κάθε τσαμπί που κρεμότανε κοντά στο χώμα
από τσιμπήματα φιδιών άλλαζε χρώμα
και πότιζε φαρμάκι ως της ρίζας την άκρη,
κάθε ρόγα από τσαμπί πικρό γινότανε δάκρυ
για να θυμίζει πως κάτω απ’ το λιοπύρι
στης ιστορίας το μεγάλο βρωμικο πατητήρι
αν δεν πατήσεις με τα πόδια σου καλά,
άδικος κόπος, τα κρασιά θα βγουν θολά.
Γι’ αυτό καλοί μου και μόνοι γειτόνοι,
όποιος το στόμα βουλώνει, μάλλον ποτέ δε γλιτώνει,
βρίσκει το φίδι τη σκιά του για δροσιά
και `κει γεννάει καλά κρασιά…

Γεννάει το φίδι αυγά ακόμα.
Γελάει που σε βρήκε λιώμα
κι έχει τη σκιά σου για δροσιά.
Γυρνάει, ξεθάβει το αίμα από το χώμα,
σου ράβει το μουδιασμένο στόμα
κι αν κλείσεις και τ’ αυτιά, καλά κρασιά.

Πάνω λοιπόν στη ατέλειωτη έκστασή σου,
σε πιάνει, γείτονα, η αρχέγονη έπαρσή σου.
Σκάβεις το χώμα να βγάλεις λίγο αίμα,
μα το ήπιε η γη και σου `φτυσε το ψέμα.
Ζήσε μ’ αυτό, γείτονα μου, φωνακλά,
κι αφού δειλιάζεις, χειρίσου το αν μπορείς καλά.
Μείνε μόνος σου στης λήθης σου το δώμα,
στάξε φαρμάκι πάνω στο μουδιασμένο σου στόμα,
κλέβε τσαμπιά από του χρόνου το κοφίνι
το φίδι κλείνει τα μάτια για σένα και σ’ αφήνει
να κλαδεύεις τη ζωή σου με μανία
και να υπάρχεις μες στη δικιά σου τυραννία.
Υποχρέωση βγάλε για τα καμώματά του,
κάτσε και κλώσησε τ’ αυγά του,
δώσε τιμή, δώσε κι αξία,
γίνε θεός μ’ απόλυτη ανυπαρξία.
Άντε, `γεια μας, γείτονα παλικαρά μας,
παλιά ντρεπόσουν και δεν έτρεμες μπροστά μας.
τώρα το φίδι σου κλέψε τη ζεστασιά
τέλος κακό, καλά κρασιά.


Πρόταγμα 3:18
Βάλε πρόταγμα σε μαρμαρένιο αλώνι
ζωή και πνεύμα που απλώνει κι άγριο χορτάρι που φουντώνει.
Στη φόρα μια γνώμη, χωρίς συγνώμη,
αφού η πρεμιέρα ζυγώνει
σαν το μωρό πρωταρθρώνει και καρδαμώνει.
Πριν γυρέψεις παναγιά κοίτα την πόρνη
που την πιάσαν οι πόνοι για ανθρώπου γιο ματώνει.
Πέτα το στάρι και κράτα τη βρώμη, το τιμόνι παράτα
για μια ακόμη που δε ξέρεις που τελειώνει στράτα.
Κι ας βγάζουν όλοι οι δρόμοι στη Ρώμη,
είναι ανθρώπινοι οι νόμοι κακογερνάνε μόνοι
σαν τους τοίχους των κελιών όλου του κόσμου από χαρτόνι,
παλιά προστάγματα που γίνανε σκόνη.

Αφήνω πίσω μου όλα όσα αγαπιούνται και μισούνται,
τη γαληνή και τ' αμόκ μου μόνα να μαλλιοτραβιούνται.
Βγάζω στήθος μπροστά κι ένα μονόγραμμα,
γίνομαι λόγος, μαχαίρι και προταγμα.
Σπρώχνω το χθες να ξεχαστούν οι μυριάδες εαυτοί μου
σαν το τρελό το ζωγράφο κόβω τ' άυτι μου.
Θέλω να βλέπω μπροστά παραταγμένη τη ψυχή μου
να μη νοιάζεται ποιοι σκάβουν και γιατί το κορμί μου.
Βροχή μου, ήλιε μου κι αντάρα μεγάλη μου
απ' τ' ασχημάτιστα όνειρα μου βγάζω μαύρο το χάλι μου
και τ' απλώνω μπροστά απ' ολους και όλα
με μια ευτυχία ένα βήμα πριν τη φόλα.

Ναι, μα τη τύχη μου, αν μοιάζω με άνθρωπο φταίνε οι στίχοι μου
που βαλαν πιο ψηλά απ' τον ουρανό πάλι το πήχη μου
και πήρα φόρα να περάσω, να γεράσω, να φτάσω
ευτυχισμένος, χωρίς να ξαποστάσω.
Μη ξεχάσω, μες τη τρέλα μου, ζωή να γυρέψω.
Στη ζούγκλα αυτή δεν ήρθα μ' άγρια θεριά να παλέψω,
μα να γητέψω τη φωτιά του μικρού μου μυαλού
και να πλανέψω το τίποτα να φύγει γι' αλλού,
να μείνει μόνο ο λόγος το αθάνατο αγκάθι
κοντά στο χρόνο καινούργιους μύθους να πλάθει,
μαζί με λάθη? κι ας πιω πρώτος το αίμα μου απόσταγμα
από το μόνο που τόλμησα προταγμα.


Η Πιο Μεγάλη Ανοησία 4:28
Αν δε γνωρίζεις τη φωνή και το όνομά μας,
είμαστε ο νόμος των θεών, είμαστε οι ψίθυροι στο σύμπαν,
το σαράκι της γης μας ξέρεις κι ο πόνος της μάνας,
είμαστε οι άνθρωποι, είμαστε αυτοί που όσα είπαν,
τώρα είναι, μαζί μας μείνε, φίλε μη φεύγεις
δε σ’ αντέχουμε εχθρό μας, ούτε καν σαν ξένο.
Το φόβο μας σ’ αφήνουμε ν’ αρμέγεις,
δε ξέρουμε τι είσαι, δε κάνεις τίποτα, γι’ αυτό κι είσαι το παν φρένο
στον κόσμο βάζεις, για μια στιγμή μονάχα
και γι’ άλλα χίλια χρόνια πάλι αράζεις.
Εμείς ακάθεκτοι κι αδιάφοροι τάχα μου τάχα
κι εσύ μάλλον το διασκεδάζεις.
Με βρωμικα χέρια, κόψαμε κομμάτι απ’ την αλήθεια,
τα στομωμένα μας μαχαίρια στην άκρη κάπου αφήσαμε
με μια παγωμένη γουλιά που καιει τα στήθια
κατεβάσαμε όλα όσα δε ζήσαμε.
Νιώσαμε δίψα για αίμα στην ερημιά του θανάτου
κι έφτιαξε εικόνες ο νους μας, για να παίξει μαζί μας.
Τις προσκύνησε, κι ο τελευταίος από μας, με τη σειρά του
καμπούριασε το ήδη στραβό σκαρί μας.
Μ’ αναπηρία ευλογημένη και ιερή
γίναμε οι μάρτυρες σε μια μικρή συνομωσία
κρυφό κουσούρι και μιζέρια φανερή,
η πιο μεγάλη του κόσμου ανοησία.

Νόμοι θεών και των θνητών το αλάθητο,
δρόμοι αλλονών κόντρα στο σύμπαν το απάτητο,
κόμη αστεριών, φως ασταμάτητο
σκαρώνουν οι ανθρώποι μικρή συνομωσία.
Σημάδια των καιρών με φόβο αλλόκοτο, αμάθητο,
σωρηδόν καταπίνουν πόνο αμάσητο,
στη διαπασών μίσος ακράτητο,
η πιο μεγάλη του κόσμου ανοησία.

Για κάθε εχθρό που σκαρώσαμε, έναν όρκο προδώσαμε,
ένα θεό καταστρώσαμε, που σκοτώνει.
Για κάθε ωραία ιδέα, βρήκαμε πράξη ακραία,
με μια κατάρα πιο νέα, μείναμε μόνοι.
Βαφτίσαμε χώματα άγια, κι άλλα αφορίσαμε πάγια,
λύσαμε ξόρκια και μάγια, είμαστε οι άνθρωποι.
Λέξεις νεκρές και μεγάλες, μαρμαρωμένες αγκάλες,
κλώνοι σε γυάλες, οι ξεδιάντροποι.
Ήρθαμε, δέσαμε, πήγαμε, φύγαμε,
φίλε μου, ακούσαμε, μάθαμε, κι ό,τι κάναμε, το πάθαμε,
μαζέψαμε, και λυγίσαμε, γιατί βαρύναμε.
Είδαμε, τότε πιστέψαμε, ξεχάσαμε,
ματώσαμε βουτήξαμε, πατώσαμε,
σπείραμε, οργώσαμε, νικήσαμε, χάσαμε,
πήραμε, δώσαμε, αρπάξαμε, πλύναμε, λερώσαμε,
γεννήσαμε, σκοτώσαμε και φτάσαμε
να γίνουμε ό,τι είπαμε, του κόσμου η πιο μεγάλη μαλακία
δικαιολογία για τη θεία αδικία
που χρεώσαμε θυσία στην ιστορία.
Σπουδαία εφεύρεση η μετάνοια και στην πρώτη ευκαιρία
με κώνειο, με σταυρό ή με μια σφαίρα
κεράσαμε ψυχές υποκρισία.
Κάθε θρησκεία γεννιέται για να πεθάνει μια μέρα
σαν μια μεγάλη του κόσμου ανοησία


Στον Καιρό Του Αλλόκοτου Φόβου 4:21
Καινούριος δρόμος φτιαγμένος από ευχές κι αναθέματα,
χαμένοι θεοί στων μυρμηγκιών τα μαστορέματα,
ξερότοπος τ’ όνειρο στο βασίλειο της νιότης
κι ο άνθρωπος δειλός οικοδεσπότης
καλωσορίζει το φόβο στου χρόνου πάνω το κουφάρι
κι αν αντέχεις να το δεις κάνε παζάρι
τι έχεις να χάσεις Όλοι σε τέτοιους καιρούς
προβάρουν το κακό γύρω από λόφους νεκρούς.
Γίνε σπάνιο αγριοπούλι με ορθάνοιχτο ράμφος,
τραγούδα τη σιωπή σαν άσκαφτος τάφος,
ζήτα ένα ζεστό νοτιά στη καρδιά του χειμώνα
κι απ’ όσα σε σκιάζουν το πιο μικρό κάνε κρυψώνα.
Αν είσαι εδώ κι εγώ είμαι εδώ και όλα λείπουν,
αν φύγεις, φεύγω κι αν με ζητάς, είμαι όπου ήσουν.
Γύρνα και δες, σου δείχνει τ’ αύριο ότι είσαι χθες
κι ό,τι κι αν λες, είσαι ο φόβος που δε θες.

Τόσο αλλόκοτος και ατάραχος ταξιδευτής,
γιος πρωτότοκος, καρτερικός και γητευτής
και ζηλωτής, που ό,τι ζητήσεις να γευτείς,
μονάχα θα τ’ ονειρευτείς.

Τρέχεις στο χρόνο γυμνός, τα βρήκες πάλι σκούρα,
παραμιλάς παρελθόν σαν ήρωας μινιατούρα.
Κάποτε τύλιγες φωτιά και τη μοίρα,
τώρα δε βλέπεις καν λαβα απ’ τη κορφή του κρατήρα.
Έχεις λιώσει ξανά και σε δουλεύουν στο αμόνι
να γίνεις πλέγμα σε απαγορευμένη ζωνη
ή μια ταμπέλα σε πέρασμα του αιώνιου κόμβου
που θα οδηγεί στο καιρό του αλλόκοτου φόβου.

Κοντά σε πέρασμα του αιώνιου κόμβου
μ’ έπιασε το άρωμα του αλλόκοτου φόβου.
Πως να το περιγράψω
Φτωχά κι όσα γράψω.
Μου αρκεί το ανάθεμα που σέρνει το βιος μου,
νεογέννητο πλάνεμα, σκιά όλου του κόσμου.
Πως να σε αντικρίσω
Αλλού θα γυρίσω…

Στο κατάρτι του κόσμου σκαρφαλωμένη η αγωνία,
τυφλή κι ανίκανη να κάνει κουμάντο, δίνει προστάγματα.
Όλα της φύσης τα στοιχεία σε αρμονία
σ’ αμαρτωλών ορμάνε πάνω τ’ άγια τάγματα.
Χίλια χρόνια μπροστά βλέπει του φόβου το μάτι,
μακρύ το χέρι του που απλώνει στιγμές ν’ αδράξει,
μια ανθρωποθάλασσα σκίζει από αίμα κι αλάτι
αρβάλα τα γενόμενα κι η πρώτη πράξη.
Οι πιο μεγάλοι των ανθρώπων ίσως τα `βγαζαν πέρα,
από μικρούς, όμως, θεούς ζητάς ζωή να πάρεις πάνω σου,
συντηρείς μηχανές να ξεπλύνουν τη λέρα,
κόβεις το δρόμο του λόγου σου του πιο άμεσου.
Η πιο κρυφή σου ελπίδα αυτόχειρας μπροστά σου
κι αν θες να πας κι εσύ στο διάολο βιάσου.
Για λίγο στάσου στο πέρασμα του αιώνιου κόμβου
κι ίσως βρεθούμε στον καιρό του αλλόκοτου φόβου.


Τραγούδα Και Γέλα 3:37
Υπάρχει μέρος ν’ ανασάνει η νιότη μας ζωή
Υπάρχει μέρος η ηθική τους να κρυφτεί
Υπάρχουν χρώματα να φαίνονται στο μαύρο
Κι αν ξέρεις πες μου που να τα βρω.
Τα `χω χαμένα, στις τέσσερις γωνιές μοιρασμένα,
σ’ αυτή τη γη ξεχασμένα με παρελθόν στοιβαγμένα
γερασμένα κι άλλα πεθαίνουν στη γέννα,
έχω και μέσα μου ένα, μαζί και σένα
όλα πνιγμένα στο αίμα και λυτρωμένα με ψέμα
με χίλιους κόμπους σε κουβάρι χρυσό τυλιγμένα,
δίχως μια στάλα πιωμένα μα μεθυσμένα,
γελούν και λένε τραγούδια σ’ ένα σκοπό χρεωμένα.

Γι’ αυτό σου λεω πάρε τα όμορφα κι έλα.
Για να τη σπάσεις στους καιρούς, τραγούδα και γέλα.
Κοίτα στα μάτια και μίλησε στους φοβισμένους,
κλείσε τ’ αυτιά και φύγε από τους στοιχειωμένους
κι αν μυρίζει πάλι αίμα από πολλά της γης μέρη,
κάν’ το τραγούδι και πες το κι όποιος ξέρει,
θα το `χει ταίρι κι απάγκιο μυστικό,
όταν φορτώνει η ψυχή του από κακό.
Το ριζικό μας δειλιάζει, όταν του λεμε τραγούδια
και πριν πεθάνουμε, αν αφήσουμε στο τάφο μας λουλούδια.
Χαζά αγγελούδια δε βουλώνω το στόμα,
μαύρα δαιμόνια μου σας έκλεψα το χρώμα.
Γυμνοί βασιλιάδες, γυμνοί προφήτες
με τις πλάτες του θεού ξαναβαφτίζονται θύτες
κι εμείς οι αλήτες παντού σ’ αυτή την πλάση
φτιάχνουμε ξόρκι που δεν ξέρουμε αν θα πιάσει.
Μα δε μας νοιάζει, πες το βλακεία και τρέλα,
έλα κι εσύ, προλαβαίνεις, τραγούδα και γέλα
για τους περήφανους που άδικα φεύγουν;
εγώ είμαι πάντα μ’ αυτούς που πεθαίνουν.

Για την Παλαιστίνη τραγούδα και γέλα
Για την κοιλάδα τραγούδα και γέλα
Για τα Βαλκάνια τραγούδα και γέλα
Και για την Κύπρο τραγούδα και γέλα
Για τη Γένοβα τραγούδα και γέλα
Για το Σηάτλ τραγούδα και γέλα
Για τ’ άσπρα κελιά τραγούδα και γέλα
Για τους νεκρούς τραγούδα και γέλα
Για τον Μάρκος τραγούδα και γέλα
Για τον Γκάντι τραγούδα και γέλα
Για τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ τραγούδα και γέλα
Για τον Αλλιέντε τραγούδα και γέλα
Για τον Τσε Γκεβάρα τραγούδα και γέλα
Για τον εχθρό μας τραγούδα και γέλα
Για το φονιά μας τραγούδα και γέλα
Για τ’ όνειρό μας τραγούδα και γέλα

Τραγούδα στα παιδιά με τα σταυρωμένα χέρια,
τραγούδα στις μανάδες με τα μαύρα τσεμπέρια,
τραγούδα για όσους σκάβουν μ’ ίδρώτα τη γη,
τραγούδα σ’ όσους με γέλιο ξεπλένουν την οργή.
Τραγούδα τα όνειρα που δε προλάβαν να στεριώσουν
και τους ήρωες που πεθάναν πριν να προδώσουν,
για όσα αρνιέται να χωρέσει ανθρώπου ο νους
τους συρματοπλεγμένους ουρανούς.
Τραγούδα όλα τ’ αδύνατα να γίνουν δυνατά,
τραγούδα γη νερό αέρα και φωτιά,
αντί για δάκρυα γέλα, το θάνατο ξεγέλα,
για μένα και για σένα τραγούδα και γέλα.


Πού Με Πας (T.P. Mix) 4:52
Που με πας...
Είχα φωλιάσει στα καλά μου και στα σίγουρα
Μα από όσο νόμιζα κουραστικά πιο γρήγορα.
Και ξεγλίστρησα απ’ της ψυχής μου τα τερτίπια
Έσπασα μια στιγμή και ολόκληρη την ήπια.
Με γεια μου είναι γυμνή η χαρά μου
η ζεστή άλλαξε γωνία με τη δροσιά μου
σκιά μου ήρθες και κόλλησες κοντά μου
παρέα με τα καμώματα μου.
Σειρά σου πάρε ένα φόβο και βιάσου.
στράγγιξε όλη την ελπίδα που `χουν μέσα τα όνειρα σου
και ετοιμάσου, να πας
εκεί που το μυαλό νικάει και το κακό σκορπάς.
που με πας, που με πας από δω
εγώ κατάπια τα κλειδιά και πρόλαβα να κλειδωθώ.
μήπως σωθώ ξένη κακή μου και βρωμικη σκέψη
σε ποιο φευγιό να τάξω αγάπη αν σε κλέψει.
Σε ποιο φευγιό σε ποιο σημείο έχει κρυφό καρτέρι
το ξεγραμμένο που είχα ουρανοκατέβατο χέρι.
δειλιάζω το ένιωσες και με πονάς
χτικιό μου που με πας.
Που με πας
άσε με εδώ άλλο λίγο μπας και ανταμώσω το γιόμα.
Που με πας
διψάω πολύ, αλλά έχω κλείσει το στόμα.
Που με πας
μη μου χρεώσεις αγάπη ένα απρόθυμο σώμα.
Που με πας
συνήθισα εδώ έχει ένα αλλόκοτο χρώμα
Έχει ένα αλλόκοτο χρώμα και μια θολούρα
χαμένο αστέρι όλο φεγγαρομουρμούρα.
που ταξιδεύει στο δικό του το χαμένο χρόνο
παρέα με παίρνει για αυτό και δεν ισιώνω.
Και σκοτώνω, την ομορφιά σου ανεμελιά μου
και πνίγω στη σιωπή και τη μιλιά μου φωτιά μου.
όμως εσύ μη με λυπάσαι δε το αντέχω
κάψε με ολάκερο με αυτά τα λίγα που έχω.
για συντροφιά μου στα αρρωστημένα λογικά μου
υγρή σκιά μου και οινόπνευμα στα σωθικά μου.
με λίγο άρωμα ευτυχίας μπολιασμένο
είσαι χτικιό δειλό χαροκαμένο.
που με τραβάει σε ένα όνειρο κάλπικο ακόμα
γουλιά γουλιά σε ένα ανίκανο στόμα.
που όχι δε λέει με τα στεγνά του τα χείλη
μπουκάλι και ουρανίσκος είναι αχώριστοι φίλοι,
φίλοι καλοί
χρόνια παρέα και οι δυο στο ίδιο κελί.
εγώ όμως νόμιζα πως είμαι στην απέξω
που με πας χτικιό μου δε θα αντέξω.


Βλακόστρωτο 3:34
Μάνο, σ’ αυτό το τόπο το βλακόστρωτο
και που φωνάζω, τίποτα δε κάνω.
Μάνο, ζούμε με φόβο αλλόκοτο
γι’ αυτό σου λέω, καλά περνάτε εκεί πάνω.
Μάνο, το μυαλό μου αυτοεξορίστηκε
μάλλον, νομίζω πως τα χάνω.
Μάνο, το καθεστώς μας ερεθίστηκε
και θέλει να `ναι συνέχεια από πάνω.
Μάνο, πολιτισμός σε αποσύνθεση.
Φτάνει κι η Ολυμπιάδα αυτό μας έλειπε από πάνω.
Μάνο, θα πουν πως σου `κλεψα τη σύνθεση.
Εντάξει αφού το ξέρουν, εγώ δε παίζω πιάνο.
Μάνο, θα ξεράσω στην πατρίδα μου
κάπου θα έφαγα τρελή αχ Ελλάδα, Μάνο.
Μάνο, θα στήσω μόνος τη παγίδα μου
ψάχνω κουράγιο και θα τη κάνω.


Να Μείνει Κάτι 4:55
Kάνε όνειρό μου να μείνει κάτι…
Αctive Member, low bap
Ατόφιο hip hop, αθάνατο κράμα,
στιγμή στιγμή μια ζωή, λέξη με λέξη, γράμμα με γράμμα
σκόρπια λόγια απ’ τη φωτιά παρμένα,
απ’ το `92 ως το 2001.
Μελωδίες και beat συνέχεια μεθυσμένα
βρήκα το νόημα, βρήκα και μένα.
Να μείνει κάτι μοναχά να μείνει κάτι,
τόσο απλό σαν τ’ άρωμα απ’ τα γιασεμιά.
Να μείνει κάτι μοναχά να μείνει κάτι,
σα μια γουλιά νερό στη λιγοθυμιά.
Μη μείνει κάτι απλά, όμως, για να μείνει κάτι,
και σταματήσει η ζωή μας η ξεκούρδιστη
κι αν μείνει κάτι να `χει φύγει όλο το άχτι
σε μια στιγμή μας ατραγούδιστη.
Στριμωγμένα σ’ οχτώ χρόνια με αρχή το βινύλιο
κάτω από ασημένιο συρματοπλεγμένο ήλιο,
σαράντα δίσκοι από σχήματα χωρίς προσχήματα,
ονειρολογιο, σελίδες, ραδιοκύματα,
πολλά τα live με χιλιάδες αράδες το καθένα,
intro, στο δίκτυο intro 1,
low bap ντοκιμαντέρ κι ένα βιβλίο χρεωμένο στη φωτιά
κάτι θα μείνει απ’ όλα αυτά.
Να μείνει κάτι απ’ όλα αυτά να μείνει κάτι
κι όχι απλά ένα μπλουζάκι να φοράς.
Να μείνει κάτι μοναχά να μείνει κάτι,
να `χεις μαζί σου σαν γερνάς.
Μη μείνει κάτι μόνο για να υπάρχει κάτι,
αγριεύομαι, δε σε παρακαλώ
κι αν το πιστέψω πως δε θα μείνει κάτι,
σου `χω φυλάξει για το τέλος το καλό.
Να μείνει κάτι μοναχά να μείνει κάτι…
Να μείνει κάτι μοναχά να μείνει κάτι…
Τρέξε χρόνε τεμπέλη κι ακαμάτη.
Να μείνει κάτι, το χρωστάς, να μείνει κάτι.
Γράφετε ΕΛΛΗΝΙΚΑ και όχι greeklish.
Διαβάστε τους κανόνες και τις οδηγίες χρήσης του φόρουμ.
Κάντε like στη σελίδα μας στο Facebook και εγγραφή στο κανάλι μας : youtube

Social Media

       

Επιστροφή σε “Active Member : Δισκογραφία αναλυτικά (βίντεο + στίχοι)(υπό κατασκευή)”

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτήν τη Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 0 επισκέπτες